Τριάντα ημέρες πριν από τις βουλευτικές εκλογές, ο Δημοκρατικός Συναγερμός βρίσκεται σε μια από τις πιο σύνθετες καμπές της τελευταίας δεκαετίας. Από τη μια, εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ένας από τους δύο βασικούς διεκδικητές της πρωτιάς, έχοντας μάλιστα κι ένα μικρό προβάδισμα. Από την άλλη, η εικόνα του δεν παραπέμπει στην παλιά εκλογική άνεση ενός κόμματος που επί δεκαετίες κυριαρχούσε με μεγάλες αποστάσεις από τους αντιπάλους του. Οι τελευταίες μετρήσεις καταγράφουν απόλυτη ισορροπία με το ΑΚΕΛ στην πρόθεση ψήφου, ενώ ταυτόχρονα ο ΔΗΣΥ διατηρεί καθαρό προβάδισμα στην παράσταση νίκης. Αυτό το δίπολο αποτυπώνει και το πραγματικό του σημείο ισορροπίας: παραμένει ο πιο αναγνωρίσιμος πόλος εξουσίας στον χώρο του, αλλά δεν έχει ακόμη μετατρέψει αυτή τη θέση σε ασφαλές εκλογικό πλεονέκτημα.
Στα στοιχεία του poll of polls του elections.cy, ο ΔΗΣΥ καταγράφεται στο 17,6%, με συσπείρωση 58% και παράσταση νίκης 63%. Οι αριθμοί αυτοί δείχνουν ότι η Πινδάρου εξακολουθεί να έχει αποθέματα, αλλά και ότι η βασική της δυσκολία δεν είναι πλέον να πείσει την κοινωνία ότι είναι κόμμα εξουσίας. Είναι να ξαναμαζέψει ένα μέρος του ίδιου της του ακροατηρίου. Εκεί εντοπίζεται και ο πυρήνας της στρατηγικής του. Δηλαδή επικεντρώνεται όχι τόσο στη διεύρυνση προς νέες δεξαμενές, όσο στην επαναφορά ψηφοφόρων που δεν έχουν μετακινηθεί οριστικά αλλού, αλλά παραμένουν επιφυλακτικοί, αναποφάσιστοι ή σε στάση αναμονής.
Αυτό εξηγεί γιατί στον ΔΗΣΥ διαβάζουν με προσοχή δύο δείκτες. Ο πρώτος είναι η χαμηλή συσπείρωση, που αφήνει περιθώριο ανάκτησης δυνάμεων. Ο δεύτερος είναι η σύνθεση των αναποφάσιστων, όπου παραμένει ορατή παρουσία ψηφοφόρων που είχαν επιλέξει την παράταξη το 2021. Με αυτή την έννοια, η εκλογική μάχη για τον ΔΗΣΥ δεν είναι μόνο αναμέτρηση με τα άλλα κόμματα. Είναι και μια εσωτερική διαδικασία επανασύνδεσης με ένα κοινό που δεν έχει διαρρήξει πλήρως τη σχέση του με την παράταξη, αλλά ζητά σαφέστερο στίγμα, καθαρότερη πολιτική κατεύθυνση και πιο πειστική αφήγηση για το τι εκπροσωπεί σήμερα ο Συναγερμός.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επιλογή της ηγεσίας να ανεβάσει τους τόνους απέναντι σε ό,τι περιγράφει ως αντισυστημική ρητορική δεν είναι συγκυριακή. Η Αννίτα Δημητρίου έχει επιλέξει να παρουσιάσει τις εκλογές όχι μόνο ως κομματική αναμέτρηση, αλλά και ως σύγκρουση ανάμεσα στη θεσμική σταθερότητα και στην πολιτική απορρύθμιση. Στην παρουσίαση των 31 κατευθύνσεων του κόμματος, η πρόεδρος του ΔΗΣΥ μίλησε για ανάγκη αναχώματος απέναντι στην τοξικότητα, τον λαϊκισμό και την ατεκμηρίωτη καταγγελία, ενώ σήμερα, ένα μήνα πριν από τις κάλπες, κάλεσε τους πολίτες να αξιολογήσουν αυστηρά τα ψηφοδέλτια και τα πρόσωπα που θα συγκροτήσουν την επόμενη Βουλή.
Αυτή η τακτική αναμένεται ότι θα ενταθεί το επόμενο διάστημα, ενδεχομένως και αναλόγως των εξελίξεων στην υπόθεση των καταγγελιών Δρουσιώτη.
Η γραμμή αυτή έχει πολιτική λογική. Ταυτόχρονα, όμως, αυτή η στρατηγική έχει και όριο. Αν ένα μεγάλο μέρος της εκστρατείας αναλωθεί στην αντίκρουση άλλων, υπάρχει ο κίνδυνος η παράταξη να εμφανιστεί ως δύναμη άμυνας και όχι ως κόμμα που ανανεώνει τον λόγο του. Κατ΄ αναλογίαν, αυτό ακριβώς εντοπίζει σήμερα, με την άνεση της απόστασης του χρόνου, ο Αβέρωφ Νεοφύτου ως ένα από τα λάθη του κατά την προεκλογική περίοδο των Προεδρικών του 2023. Ότι δηλαδή ανάλωσε περισσότερο χρόνο από ότι άξιζε στην αντίκρουση της υποψηφιότητας Χριστοδουλίδη, παρά στην παρουσίαση των δικών του πολιτικών προτάσεων.
Γι’ αυτό και η προβολή των 31 βασικών κατευθύνσεων έχει ξεχωριστή σημασία. Η Πινδάρου θέλει να δείξει ότι δεν περιορίζεται στην αντιπαράθεση, αλλά επιμένει ότι παραμένει δύναμη παραγωγής πολιτικής. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι αν αυτή η στροφή αρκεί για να αλλάξει το κλίμα μέσα σε τόσο συμπιεσμένο χρόνο.
Σε αυτό το σημείο αποκτά σημασία και η εικόνα ενότητας που επιχείρησε να εκπέμψει ο ΔΗΣΥ, με την παρουσία στελεχών από παλαιότερες φάσεις της παράταξης και πρώην υπουργών στην πρώτη γραμμή. Για το κομματικό ακροατήριο, αυτό λειτουργεί ως υπενθύμιση οργανωτικής συνέχειας, εμπειρίας και βάθους στελεχιακού δυναμικού. Για ένα άλλο τμήμα της κοινής γνώμης, όμως, μπορεί να λειτουργήσει και αντίστροφα, ως ανάκληση ενός κύκλου με τον οποίο ο ΔΗΣΥ εξακολουθεί να ταυτίζεται στη δημόσια σφαίρα. Με άλλα λόγια, το ίδιο μήνυμα που εσωκομματικά ερμηνεύεται ως συνοχή, εκλογικά μπορεί να διαβαστεί και ως επιστροφή σε γνώριμες αναφορές. Αυτή είναι μία από τις βασικές αντιφάσεις που καλείται να διαχειριστεί η ηγεσία.
Το αποτέλεσμα της 24ης Μαΐου, συνεπώς, δεν θα κριθεί μόνο από το αν ο ΔΗΣΥ τερματίσει πρώτος. Θα κριθεί και από το ποια πολιτική ανάγνωση θα επιτρέψει η κάλπη την επόμενη μέρα. Αν η πρωτιά έρθει με χαμηλό ποσοστό και περιορισμένη ανάκτηση δυνάμεων, η συζήτηση για τη φυσιογνωμία του κόμματος θα παραμείνει ανοικτή. Αν, αντίθετα, επιβεβαιώσει ότι διαθέτει αντοχές και ικανότητα επιστροφής, τότε η ηγεσία θα έχει ισχυρότερο έρεισμα για να οργανώσει το επόμενο στάδιο. Στο παρασκήνιο, άλλωστε, παραμένουν τα σενάρια για τη σχέση της Πινδάρου με το Προεδρικό και για τις ισορροπίες στον χώρο της κεντροδεξιάς μετά τις εκλογές. Οι σχετικές συζητήσεις μπορεί να μην καθορίζουν ακόμη την κάλπη, αλλά επηρεάζουν ήδη τον τρόπο με τον οποίο διαβάζεται η στρατηγική του κόμματος.









