Η τοποθέτηση του Επίκουρου Καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου, Νίκου Μούδουρου, στη συνέντευξή του στο Limassol Today φωτίζει με σαφήνεια τη βαθιά μεταβολή που συντελείται με τις εκλογές της Κυριακής στα κατεχόμενα εντός της τ/κ κοινότητας. Η διαπίστωση ότι ίσως πρόκειται για μία από τις τελευταίες εκλογικές διαδικασίες όπου το εκλογικό σώμα διατηρεί πλειοψηφία γηγενών Τουρκοκυπρίων, καθιστά τις επερχόμενες «προεδρικές εκλογές» της 19ης Οκτωβρίου οριακές ως προς τη σύνθεση και τη φυσιογνωμία της κοινότητας.
Δημογραφικές μεταβολές και αλλοίωση εκλογικού σώματος
Η αύξηση του αριθμού των εγγεγραμμένων «εκλογέων» από 200.000 το 2020 σε 218.313 το 2025 δεν μπορεί να αποδοθεί σε φυσική δημογραφική εξέλιξη. Όπως επισημαίνει ο κ. Μούδουρος, οι παραχωρήσεις «υπηκοοτήτων» με ρυθμό 4.500-5.000 ετησίως έχουν δημιουργήσει μια τεχνητή διεύρυνση του εκλογικού σώματος, μεταβάλλοντας τη σχέση μεταξύ Τ/κ και εποίκων. Εκτιμάται ότι η αναλογία έχει διαμορφωθεί στο 55-60% υπέρ των γηγενών, έναντι 40-45% εποίκων κυρίως τουρκικής και κουρδικής καταγωγής. Εάν αυτή η τάση συνεχιστεί, στις επόμενες δύο εκλογικές αναμετρήσεις οι Τουρκοκύπριοι ενδέχεται να αποτελούν μειοψηφία.
Η μεταβολή αυτή δεν είναι μόνο αριθμητική. Αντανακλά και τη μακροχρόνια στρατηγική της Άγκυρας να μεταβάλει την κοινωνική και πολιτική δομή των κατεχομένων, μέσα από τη χορήγηση πολιτικών δικαιωμάτων σε νεοφερμένους πληθυσμούς, μετατοπίζοντας σταδιακά το κέντρο βάρους της τ/κ πολιτικής ζωής.
Το φαινόμενο της αποχής και η «απολιτίκ» γενιά
Ο Μούδουρος επισημαίνει επίσης τη διαμόρφωση ενός νέου φαινομένου «απολιτίκ» στάσης, ιδιαίτερα μεταξύ νεότερων ηλικιών. Η αποχή από τις κάλπες αυξάνεται, όχι μόνο λόγω απογοήτευσης ή δυσπιστίας απέναντι στα πολιτικά κόμματα, αλλά και ως ένδειξη αποστασιοποίησης από ένα πολιτικό σύστημα που θεωρείται σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένο από την Τουρκία. Οι αναποφάσιστοι νέοι αποτελούν ωστόσο κρίσιμη δεξαμενή ψήφων που μπορεί να καθορίσει το αποτέλεσμα.
Δύο διαφορετικές στρατηγικές
Η προεκλογική εκστρατεία του Ερσίν Τατάρ, σύμφωνα με τον Μούδουρο, φέρει έντονα τα χαρακτηριστικά επικοινωνιακής καθοδήγησης από την Άγκυρα. Η ρητορική του Τατάρ επικεντρώνεται στη λύση δύο κρατών και στην πολιτική ταύτιση με την τουρκική κυβέρνηση. Αντίθετα, ο Τουφάν Ερχιουρμάν προβάλλει τη θέση της «χαλαρής ομοσπονδίας» και επιχειρεί να ενοποιήσει ετερόκλητα στρώματα της αντιπολίτευσης, υπογραμμίζοντας την ανάγκη επανέναρξης των διαπραγματεύσεων και τη σημασία της πολιτικής ισότητας.
Αξιοσημείωτο είναι ότι, για πρώτη φορά, υποψήφιος του ΡΤΚ επιχειρεί στοχευμένα να προσεγγίσει τους Τουρκοκύπριους μικτής καταγωγής και τους εποίκους, με αναφορές στα ανθρώπινα δικαιώματα και την κοινωνική ενσωμάτωση. Η επιλογή αυτή δείχνει ότι ακόμη και η τ/κ αριστερά προσαρμόζεται στα νέα δημογραφικά δεδομένα, επιδιώκοντας ευρύτερη εκλογική διείσδυση.
Η Τουρκική παρέμβαση και τα όρια της επιρροής
Ο κ. Μούδουρος υπενθυμίζει ότι οι παρεμβάσεις της Τουρκίας στις «εκλογές» των κατεχομένων είναι διαχρονικές. Ωστόσο, η ένταση φαίνεται αυτή τη φορά μειωμένη σε σχέση με το 2020, όταν η Άγκυρα στήριξε ανοικτά τον Τατάρ απέναντι στον Μουσταφά Ακιντζί. Ο λόγος, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η δυσκολία να επαναληφθεί η ίδια επιθετική τακτική χωρίς να υπάρξει κοινωνική αντίδραση.
Παρά ταύτα, η παρουσία Τούρκων αξιωματούχων στα κατεχόμενα και η επικοινωνιακή στήριξη προς τον Τατάρ δείχνουν ότι η τουρκική επιρροή εξακολουθεί να καθορίζει το πλαίσιο των εξελίξεων.
Μετά τις «εκλογές»
Ο Μούδουρος προβλέπει ότι ανεξαρτήτως αποτελέσματος, θα ακολουθήσουν σύντομα «βουλευτικές εκλογές». Εάν επικρατήσει ο Ερχιουρμάν, αναμένεται μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των σχέσεων με την Τουρκία και παράλληλα επαναφορά του Κυπριακού στο προσκήνιο. Αντιθέτως, εάν επανεκλεγεί ο Τατάρ, η προτεραιότητά του θα είναι η ανανέωση της συνεργασίας των συγκυβερνώντων κομμάτων, που αποτελούν τον βασικό μηχανισμό συνέχισης της πολιτικής δύο κρατών και της παραχώρησης νέων «υπηκοοτήτων».












