Η γνώμη σου μετρά και ανταμείβεται!

ΜΑΘΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

Η Κύπρος τα τελευταία χρόνια βιώνει ένα διαρκώς επιδεινούμενο περιβάλλον ως προς την αξιοπιστία των θεσμών, με διαδοχικά σκάνδαλα, παραβιάσεις του κράτους δικαίου, φαινόμενα διαπλοκής, απουσία λογοδοσίας, αύξηση της εγκληματικότητας και εκτεταμένη αίσθηση ατιμωρησίας. Αυτές οι συνθήκες τροφοδοτούν ένα ισχυρό ρεύμα δυσπιστίας απέναντι στο πολιτικό σύστημα, επηρεάζοντας άμεσα τη συμπεριφορά του εκλογικού σώματος και αναμένεται να καθορίσουν τη σύνθεση της επόμενης Βουλής.

Με μια φράση όλα αυτά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως «θεσμική φθορά». Μια φθορά που οδηγεί σε αποστασιοποίηση μεγάλου μέρους της κοινωνίας από την πολιτική διαδικασία. Η πεποίθηση πως τα σκάνδαλα δεν έχουν συνέπειες, ότι οι ισχυροί καλύπτονται και ότι οι θεσμοί λειτουργούν επιλεκτικά, ορθή ή λανθασμένη, ενισχύει τη γενικευμένη απαξίωση του συστήματος. Αυτό μεταφράζεται σε μείωση της εκλογικής επιρροής των παραδοσιακών κομμάτων και άνοιγμα του πεδίου σε νέες, συχνά απρόβλεπτες, πολιτικές δυνάμεις.

Είναι παγκόσμιο φαινόμενο, σε περιβάλλοντα γενικευμένης δυσπιστίας, να ενισχύονται κόμματα ή πρόσωπα που είτε έχουν καταγγελτικό λόγο απέναντι στο σύστημα είτε εμφανίζονται ως έξω από αυτό. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αποτελεί η εκλογική επίδοση του Φειδία Παναγιώτου στις ευρωεκλογές του 2024, όπου ένας ανεξάρτητος υποψήφιος χωρίς κομματική στήριξη ή θεσμική εμπειρία, κατάφερε να κατακτήσει την πρώτη θέση σε ψήφους, με ποσοστό που ξεπέρασε το 19%. Η επιτυχία αυτή στηρίχθηκε σχεδόν αποκλειστικά στην παρουσία του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στην προβολή μιας ρητορικής πλήρους αποστασιοποίησης από την παραδοσιακή πολιτική.

Η επίμονη αίσθηση ατιμωρησίας και θεσμικής ανοχής απέναντι σε φαινόμενα διαφθοράς ενισχύει και κόμματα που προβάλλουν εθνοκεντρική, τιμωρητική ή ριζοσπαστική ρητορική. Το παράδειγμα του ΕΛΑΜ είναι ενδεικτικό. Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, το κόμμα καταγράφει πλέον σταθερά διψήφια ποσοστά, καταλαμβάνει την τρίτη θέση σε εκλογική επιρροή και εμφανίζει δυναμική περαιτέρω ενίσχυσης. Η άνοδός του δεν εξηγείται μόνο με βάση την ιδεολογική του ταυτότητα, αλλά κυρίως ως απόρροια της πολιτικής απογοήτευσης, της αίσθησης κοινωνικής αδικίας και της έλλειψης εμπιστοσύνης στους παραδοσιακούς φορείς.

Η υπόθεση του πρώην Γενικού Ελεγκτή Οδυσσέα Μιχαηλίδη, ο οποίος ίδρυσε πρόσφατα το «Άλμα», επιβεβαιώνει μια νέα τάση: την είσοδο στο πολιτικό πεδίο προσώπων που προέρχονται από τους θεσμούς, και οι οποίοι έχουν ταυτιστεί με τη λογοδοσία, τη διαφάνεια και τον έλεγχο της εξουσίας. Σύμφωνα με δημοσκοπικά ευρήματα, ο σχηματισμός του καταγράφει ήδη ποσοστά που ξεπερνούν το 10%, στοιχείο που δείχνει την απήχηση τέτοιων πρωτοβουλιών σε ένα κοινό που αναζητά εναλλακτικές, χωρίς να προσφεύγει σε ακραίες επιλογές.

Κι αν όλα αυτά θεωρούμε πως αποτελούν κυπριακό φαινόμενο, σφάλλουμε. Αυτή η τάση, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο διεθνές φαινόμενο, όπου η συστημική φθορά οδηγεί σε πολιτική αναδιάταξη. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ιταλία την περίοδο 1992-1994, όταν η επιχείρηση «Καθαρά Χέρια» αποκάλυψε εκτεταμένα φαινόμενα πολιτικής διαφθοράς και οδήγησε στην κατάρρευση των μεγάλων παραδοσιακών κομμάτων της εποχής. Η Χριστιανοδημοκρατία και το Σοσιαλιστικό Κόμμα διαλύθηκαν, ανοίγοντας τον δρόμο σε νέες δυνάμεις, με χαρακτηριστικότερη τη δημιουργία της Forza Italia από τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι, ο οποίος αξιοποίησε το κενό αξιοπιστίας με μια φιλολαϊκή και επικοινωνιακά επιθετική πλατφόρμα.

Στην Ισπανία στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, η σειρά σκανδάλων που συγκλόνισαν το Partido Popular, αλλά και η κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς, οδήγησαν στην εμφάνιση νέων πολιτικών σχηματισμών όπως το Podemos και οι Ciudadanos. Η παραδοσιακή δικομματική κυριαρχία αντικαταστάθηκε από μια νέα, κατακερματισμένη κοινοβουλευτική τάξη.

Ανάλογη ήταν και η πορεία στην Ελλάδα, όπου η οικονομική κρίση, τα σκάνδαλα διαφθοράς και η αίσθηση κατάρρευσης του κράτους δικαίου οδήγησαν στην απαξίωση των παραδοσιακών κομμάτων και στην άνοδο σχηματισμών όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, η Χρυσή Αυγή και μεταγενέστερα η Ελληνική Λύση. Η πτώση του ΠΑΣΟΚ και η αποσύνθεση του δικομματισμού είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική ευρωπαϊκή περίπτωση θεσμικής ανατροπής μέσα από την κάλπη.

Στη Ρουμανία,  η ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών (ιδίως της Δικαστικής Εισαγγελίας κατά της Διαφθοράς – DNA) δημιούργησε ελπίδες για αντιμετώπιση της διαφθοράς. Ωστόσο, η πολιτική εργαλειοποίηση της Δικαιοσύνης και οι παρεμβάσεις στα μέσα ενημέρωσης υπονόμευσαν την αξιοπιστία της προσπάθειας και επέτειναν τον κατακερματισμό του κομματικού συστήματος.

Η κρίση θεσμών, η διαφθορά, η έλλειψη λογοδοσίας και η έξαρση εγκλημάτων με υψηλό οικονομικό και πολιτικό κόστος, διαμορφώνουν ένα ρευστό και απρόβλεπτο πολιτικό πεδίο. Οι πολίτες δεν εκφράζουν απλώς διαφωνία· αποσύρουν ενεργά την εμπιστοσύνη τους από το σύστημα. Η άνοδος σχημάτων όπως του Φειδία Παναγιώτου, του ΕΛΑΜ και η δημιουργία νέων σχηματισμών με καταγγελτικό χαρακτήρα αποτυπώνει αυτή την αποσύνδεση.

Η επόμενη Βουλή ενδέχεται να είναι πιο κατακερματισμένη, λιγότερο προβλέψιμη και να αντανακλά μια κοινωνία σε μετάβαση: από την κομματική πίστη στην αναζήτηση εναλλακτικών, από τη σιωπηλή απογοήτευση σε μια ψήφο με έντονο συμβολικό χαρακτήρα.

διαβαστε επισησ

ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ

Discover more from .cy

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading