Μιχάλης Πολυδώρου
Καθώς η Κύπρος εισέρχεται σε προεκλογική τροχιά, το βασικό ερώτημα που τίθεται δεν αφορά μόνο τα ποσοστά και τις πιθανές συνεργασίες, αλλά το αν τα πολιτικά κόμματα διαθέτουν σαφές αφήγημα και συγκροτημένη στρατηγική. Η δημόσια συζήτηση συχνά περιστρέφεται γύρω από ονόματα, μετακινήσεις και εσωκομματικές ισορροπίες. Ωστόσο, οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν με βάση προτάσεις, προτεραιότητες και συγκεκριμένες πολιτικές κατευθύνσεις.
Η παρουσία νέων παικτών στο πολιτικό σκηνικό και η δυναμική που δημιουργείται γύρω από πρόσωπα με ισχυρή ψηφιακή επιρροή, όπως ο Φειδίας Παναγιώτου, αναδιατάσσει σε κάποιο βαθμό την προεκλογική ατζέντα. Το ερώτημα είναι κατά πόσο τα παραδοσιακά κόμματα έχουν προσαρμόσει ουσιαστικά τη στρατηγική τους ή αν αντιδρούν συγκυριακά, επιχειρώντας να απαντήσουν σε μια επικοινωνιακή πρόκληση χωρίς συνολική αναθεώρηση του τρόπου που απευθύνονται στην κοινωνία.
Πέραν της διαχείρισης της επικαιρότητας, ζητούμενο παραμένει το περιεχόμενο. Ποια είναι η πρόταση για την οικονομία, το στεγαστικό, την ενεργειακή επάρκεια, την παιδεία, την υγεία, τη δημογραφική πρόκληση; Με ποιον τρόπο οι πολιτικές δυνάμεις απαντούν στη δυσκολία των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων; Υπάρχει μακροπρόθεσμος σχεδιασμός ή η έμφαση δίνεται κυρίως στην εκλογική απόδοση της τρέχουσας περιόδου; Έχουν αφήγημα για το διακύβευμα των εκλογών;
Ότι κατανοούν την κρισιμότητα των εκλογών είναι δεδομένο. Την κατανοούν όμως σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες του τόπου ή με βάση την εσωτερική τους προσπάθεια για επιβίωση;
Ένα ακόμη κρίσιμο πεδίο είναι η σχέση με τις νεότερες ηλικίες. Τα τελευταία χρόνια, η συμμετοχή των νέων στην πολιτική διαδικασία αποτελεί διαχρονικό ζητούμενο. Κάθε βραδιά εκλογών, τα τελευταία 20 χρόνια, ακούμε δακρύβρεχτους λόγους για την αποχή, τη μη προσέλευση των νέων στις κάλπες κτλ.Τι έκαναν όμως σε βάθος χρόνου για να ενισχύσουν την πολιτική εμπλοκή τους; Επένδυσαν σε δομές, διαλόγους, πολιτικές που αγγίζουν τα ζητήματα της νέας γενιάς; Την εργασία, στέγαση, ψηφιακή οικονομία, κλιματική πολιτική; Ή η κινητοποίηση των νέων επανέρχεται στην ατζέντα μόνο λίγο πριν από το κλείσιμο των εκλογικών καταλόγων;
Στο επικοινωνιακό επίπεδο, η μετάβαση σε περιεχόμενο σύντομης μορφής και η κυριαρχία των ψηφιακών πλατφορμών δημιουργούν νέα δεδομένα. Η υιοθέτηση εργαλείων όπως τα σύντομα βίντεο μπορεί να αποτελεί αναγκαία προσαρμογή. Το ερώτημα είναι αν αυτή η προσαρμογή εντάσσεται σε μια ευρύτερη, υβριδική στρατηγική επικοινωνίας ή αν οδηγεί σε κατακερματισμένο περιεχόμενο, όπου το μήνυμα δεν είναι συνεκτικό και δυσκολεύει την κατανόηση των πολιτικών θέσεων.
Παράλληλα, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα των πόρων και της οργανωτικής ετοιμότητας. Διαθέτουν τα κόμματα την ικανότητα να υλοποιήσουν συνδυαστικά ψηφιακή καμπάνια και εκστρατεία επί του εδάφους; Έχουν εντοπίσει με σαφήνεια ποιο είναι το κοινό στο οποίο απευθύνονται μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και ποιο είναι το ακροατήριο που απαιτεί προσωπική επαφή, διάλογο και φυσική παρουσία;
Σε τελική ανάλυση, η προεκλογική περίοδος δεν αποτελεί μόνο αναμέτρηση ποσοστών αλλά και δοκιμασία των πραγματικών τους δυνατοτήτων. Της ωριμότητας και δυνατότητάς τους να παράγουν πολιτική. Οι πολίτες αναζητούν σαφείς απαντήσεις, συνοχή λόγου και πράξης, καθώς και προοπτική πέραν της εκλογικής ημέρας. Το κατά πόσο τα κόμματα θα ανταποκριθούν σε αυτές τις προσδοκίες θα κριθεί όχι μόνο από τα πρόσωπα που θα επιλέξουν να προτάξουν, αλλά από την πληρότητα και τη συνέπεια του πολιτικού τους σχεδίου, που 90 ημέρες πριν τις εκλογές δεν έχουμε δει.












