Ένα πολιτικό περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, περιορισμένης εμπιστοσύνης και έντονου κατακερματισμού αποτυπώνει η πρώτη δημοσκόπηση της Noverna Analytics, η οποία διενεργήθηκε μεταξύ 25 Ιανουαρίου και 9 Φεβρουαρίου 2026 σε δείγμα 1.051 ψηφοφόρων, με μέγιστο στατιστικό σφάλμα ±2,7%.
Τρεις μήνες πριν τις Βουλευτικές Εκλογές του Μαΐου, η εικόνα που προκύπτει δεν αναδεικνύει κυρίαρχο παίκτη, αλλά ένα εκλογικό σώμα που κινείται μεταξύ δυσαρέσκειας και αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Στην καθαρή πρόθεση ψήφου, ο Δημοκρατικός Συναγερμός προηγείται με 17,5%, ενώ το ΑΚΕΛ ακολουθεί με 16,1%. Η μεταξύ τους διαφορά βρίσκεται εντός ορίων στατιστικού σφάλματος, γεγονός που διατηρεί τη μάχη για την πρωτιά απολύτως ανοιχτή. Το ΕΛΑΜ καταγράφει 10,2%, εδραιώνοντας τη θέση του ως τρίτη δύναμη, ενώ ακολουθούν η Άμεση Δημοκρατία με 9,1% και το Άλμα με 7,6%, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική νέων σχηματισμών στο πολιτικό σκηνικό. Το ΔΗΚΟ περιορίζεται στο 6,4%, η ΕΔΕΚ στο 2%, το Volt Κύπρου στο 1,9%, ενώ Οικολόγοι και ΔΗΠΑ κινούνται κάτω από το 1%.

Με αναγωγή σε όσους δηλώνουν κομματική επιλογή, ο ΔΗΣΥ διαμορφώνεται στο 23,6% και το ΑΚΕΛ στο 21,7%, με το ΕΛΑΜ να φθάνει στο 13,7%, την Άμεση Δημοκρατία στο 12,2% και το Άλμα στο 10,2%. Τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν ότι, ακόμη και αν τα δύο μεγάλα κόμματα διατηρούν προβάδισμα, δεν εμφανίζουν κυριαρχική δυναμική αντίστοιχη προηγούμενων εκλογικών αναμετρήσεων.

Ιδιαίτερο βάρος έχει το ποσοστό των πολιτών που παραμένουν εκτός κομματικής επιλογής. Το 21,1% δηλώνει αναποφάσιστο ή ότι δεν θα ψηφίσει, ενώ 2,9% αρνείται να απαντήσει. Παρά το γεγονός ότι το 71% δηλώνει «σίγουρα» ότι θα προσέλθει στις κάλπες και ακόμη 21% «μάλλον ναι», η εκλογική ρευστότητα παραμένει υψηλή.
Η δημοσκόπηση αναδεικνύει και το βαθύτερο πρόβλημα εμπιστοσύνης. Στο ερώτημα ποιο κόμμα μπορεί να φέρει πραγματική αλλαγή, το 46% απαντά «κανένα». Από όσους επιλέγουν κόμμα, ο ΔΗΣΥ συγκεντρώνει 17%, το ΕΛΑΜ 14%, το ΑΚΕΛ 13%, το Άλμα 9% και η Άμεση Δημοκρατία 8%. Η εικόνα αυτή καταδεικνύει ότι σχεδόν οι μισοί πολίτες δεν πιστεύουν πως το υφιστάμενο κομματικό σύστημα μπορεί να μεταβάλει ουσιαστικά τα δεδομένα.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στο ζήτημα της σταθερότητας και ασφάλειας. Ο ΔΗΣΥ προηγείται με 27%, ακολουθεί το ΑΚΕΛ με 16% και το ΕΛΑΜ με 12%, ωστόσο το 40% δηλώνει εκ νέου ότι δεν εμπιστεύεται κανένα κόμμα. Στην αντιμετώπιση της διαφθοράς – ζήτημα που το 84% των πολιτών θεωρεί καθοριστικό για την ψήφο του – το 45% απαντά ότι κανένα κόμμα δεν μπορεί να τη διαχειριστεί αποτελεσματικά. Μεταξύ όσων επιλέγουν, προηγείται το ΑΚΕΛ με 16%, ακολουθούν το Άλμα με 14%, το ΕΛΑΜ με 13% και ο ΔΗΣΥ με 9%.

Η κοινωνία εμφανίζεται διχασμένη και ως προς το μοντέλο διακυβέρνησης που επιθυμεί. Το 49% θεωρεί καλύτερο αποτέλεσμα μια Βουλή με περισσότερα κόμματα και μικρότερες κοινοβουλευτικές ομάδες, ώστε να υπάρχουν περισσότερες εναλλακτικές προτάσεις, ενώ το 46% προτιμά καθαρή πλειοψηφία λίγων κομμάτων για ευκολότερη ψήφιση νομοσχεδίων. Η τάση διαφοροποιείται έντονα ηλικιακά, με τους νεότερους να κλίνουν προς τον πλουραλισμό και τους μεγαλύτερους προς τη σταθερότητα.

Όσον αφορά τα κριτήρια που θα καθορίσουν την τελική επιλογή των ψηφοφόρων, η διαφθορά (84%), η οικονομία (81%), η κοινωνική πολιτική (70%) και το μεταναστευτικό (70%) προηγούνται, ενώ το Κυπριακό, αν και σημαντικό (66%), δεν αποτελεί πλέον τον κυρίαρχο άξονα της πολιτικής αντιπαράθεσης.

Συνολικά, η πρώτη αυτή μέτρηση δεν καταγράφει απλώς ποσοστά, αλλά μια κοινωνία που ζητά αλλαγή χωρίς να πείθεται εύκολα. Η μάχη για την πρωτιά παραμένει ανοιχτή, ο τρίτος πόλος έχει παγιωθεί, ο ενδιάμεσος χώρος είναι κατακερματισμένος και το μεγαλύτερο κόμμα φαίνεται να είναι η δυσπιστία.
Η κάλπη του Μαΐου, όπως προδιαγράφεται σήμερα, δεν θα κριθεί μόνο από τη συσπείρωση των κομμάτων, αλλά κυρίως από το ποιος θα καταφέρει να αποκαταστήσει – έστω και μερικώς τη χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών.














